βόλος

βόλος, ,
A throw with a casting-net, Orac. ap. Hdt.1.62; μέγα δίκτυον ἐς β. ἕλκει draws it back for a cast, Theoc.1.40: metaph., εἰς β. καθίστασθαι, ἔρχεσθαι, fall within the cast of the net, E.Ba.848, Rh.730.
b net, Herod.7.75, Ael.NA8.3; for birds, AP6.184 (Zos.).
2 thing caught, ἰχθύων β. draught, catch, of fishes, A.Pers. 424, Plu.2.91c; βόλον ἀνσπάς ασθαι land one's catch, E.El.582.
II casting of teeth, Arist.HA576b13 (pl.), GA748b9; καταμαθεῖν τὸν β. examine a horse's teeth, Hierocl.Facet.37.
III cast of dice, Poll.7.204, Plaut.Rud.360.
IV βόλος· θύρα, πηλός (i. e. βῶλος). Hsch.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βόλος — βόλος, ο και σβόλος, ο και σβόλι, το 1. μικρή μάζα από χώμα ή από άλλη ύλη: Καθώς σκάβαμε, βγάζαμε μεγάλους βόλους από χώμα. 2. στον πληθ., βόλοι παιδικό παιχνίδι που παίζεται με γυάλινες ή πήλινες μπίλιες: Τα παιδιά παίζουν βόλους εδώ και αρκετή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βόλος — throw with a casting net masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βόλος — I Πόλη (82.439 κάτ.) της Θεσσαλίας, στον μυχό του Παγασητικού κόλπου, πρωτεύουσα του νομού Μαγνησίας και έδρα του ομώνυμου δήμου. Το πολεοδομικό συγκρότημα Β. είναι το έκτο της Ελλάδας σε πληθυσμό μετά τα πολεοδομικά συγκροτήματα της πρωτεύουσας …   Dictionary of Greek

  • Βόλος — Sp Vòlas Ap Βόλος/Volos L Magnisijos nomo c., C Graikija …   Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė

  • Άνω Βόλος — Πεδινός οικισμός (υψόμ. 140 μ., 529 κάτ.) στην πρώην επαρχία Βόλου του νομού Μαγνησίας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Ιωλκού. Παραδοσιακό κτίσμα στον Άνω Βόλο, στα περίχωρα της πρωτεύουσας της Μαγνησίας …   Dictionary of Greek

  • Volos — Βόλος Volos …   Wikipedia Español

  • βόλω — βόλος throw with a casting net masc nom/voc/acc dual βόλος throw with a casting net masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βολάζω — [βόλος] ρίχνω τα δίχτυα στη θάλασσα …   Dictionary of Greek

  • Αραβαντινού, Μαντώ — (Βόλος 1926 – 1998). Νομικός και λογοτέχνης. Σπούδασε στη νομική σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και παρακολούθησε μαθήματα λογοτεχνίας σε πανεπιστήμιο του Παρισιού. Κατά τη διάρκεια της απριλιανής δικτατορίας (1967 74)… …   Dictionary of Greek

  • Βακαλόπουλος, Απόστολος — (Βόλος 1909 –). Ιστορικός και ομότιμος καθηγητής της ιστορίας της νεότερης Ελλάδας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ). Σπούδασε κλασική φιλολογία και παιδαγωγική στη φιλοσοφική σχολή του ΑΠΘ. Ειδικεύτηκε στη βυζαντινή και νέα… …   Dictionary of Greek

  • Βαλαβάνη, Ελένη — (Βόλος 1922 –). Λογοτέχνης. Σπούδασε νομικά στη νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και γερμανική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου. Ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την παιδική λογοτεχνία. Είναι μέλος του Συνδέσμου Ελλήνων Λογοτεχνών και του… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.